Breaking News

Ο κούκος είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς επισκέπτες της Άνοιξης

 


Ο κούκος είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς επισκέπτες της Άνοιξης. Τρυπώνει στις πρασινάδες και τ’ ανθισμένα κλαριά και, παρόλο που συχνά δε φαίνεται καθόλου, τον προδίδει το χαρακτηριστικό του κελάηδισμα, που ακούγεται εδώ κι εκεί στην ανοιξιάτικη φύση.

 Είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα πουλιά, καθώς συγκεντρώνει πάνω του μύθους, προλήψεις και έθιμα που χάνονται στα βάθη των αιώνων και κανείς δε γνωρίζει το πώς και το γιατί έχει συνδεθεί με όλα αυτά. Ένα πουλί που έχει επηρεάσει βαθιά τις λαϊκές δοξασίες όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, τη Ρωσία, την Ασία…

Ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης αναφέρει μια παράδοση σχετικά με τον κούκο, σύμφωνα με την οποία το πουλί ήταν κάποτε άνθρωπος και είχε μια σύζυγο. Η σύζυγος του ήταν η πούπα (ο τσαλαπετεινός), όμως η άμοιρη κακοπερνούσε με τον κούκο γιατί ήταν κακός. Για να γλιτώσει από τα δεινά της, παρακάλεσε τη μοίρα της και αυτή τη μεταμόρφωσε σε πουλί. Όμως και ο κούκος μεταμορφώθηκε σε πουλί που γυρίζει και ψάχνει τη γυναίκα του ανάμεσα στα δάση με το χαρακτηριστικό του κάλεσμα.

Remaining Time-0:00

Fullscreen

Mute

Επηρεασμένοι από διάφορες προλήψεις, την Άνοιξη οι άνθρωποι πριν βγουν από τα σπίτια τους φρόντιζαν να φάνε λίγο ψωμί, για να μη τους «κο(υ)μπώσει» ο κούκος. Αν τύχαινε και τον άκουγαν πριν το πρωινό τους, τότε λέγανε ότι τους «κο(ύ)μπωσε» και ότι πολλές στενοχώριες τους περίμεναν μέσα στο χρόνο: θα πάθαιναν κάτι στη υγεία τους ή θα έχαναν τη φωνή τους. Επίσης πίστευαν πως όταν ένας κούκος καθόταν σε ξερόκλαδο, κάποιος θα πέθαινε.

Σε πολλές περιοχές θεωρούσαν πως ο κούκος είχε και μαντικές ικανότητες. Έλεγαν ότι ο κούκος μπορούσε να προβλέψει πόσα χρόνια θα ζούσε κανείς, μετρώντας τα λαλήματα του αμέσως μετά από τα λόγια:

«Κούκο μου κουκάκι μου

κι αργυρό κουμπάκι μου

ήθελα να σε ρωτήσω

πόσα χρόνια θε να ζήσω;»

Μια ακόμα συνήθεια που υπήρχε σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας ήταν τα παιδιά να βγαίνουν για να πουν τα κάλαντα το Σάββατο του Λαζάρου, με ένα ραβδί στο οποίο είχαν στερεώσει έναν ξύλινο πελεκητό κούκο. Και μετά το πέρας του τραγουδιού φώναζαν δυνατά μιμούμενοι το λάλημα του πουλιού.

Εξάλλου, στα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς οι πιτσιρικάδες όταν δεν έπαιρναν φιλοδώρημα, τραγουδούσαν στους τσιγκούνηδες νοικοκυραίους:

«Εδώ ειν’ του κούκου η φωλιά

Και του διαβόλου η τρύπα»

Προφανώς αναφέρονται στην έρημη ή καλύτερα ανύπαρκτη φωλιά του πουλιού, το οποίο όπως ξέρουμε εκμεταλλεύεται τη φωλιά άλλων πουλιών αφήνοντας εκεί τα αυγά του. Τα μικρόπουλα μεγαλώνουν με γονεϊκή στοργή το μικρό κουκάκι, εις βάρος των δικών τους νεοσσών.

Κι επειδή ο κούκος στερείται την μητρική του αγκαλιά και αγάπη, έχει βγει και η φράση «έμεινε μόνος του σαν τον κούκο». Αναφορές έχουμε ακόμη και στην ελληνική μυθολογία, στον Ησίοδο και στον Αριστοτέλη, ενώ πάμπολλα είναι τα έθιμα και τα «τελετουργικά» που σχετίζονται με το πουλί αυτό και επιβιώνουν σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο.

Προσωπικά πάντως, μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια και τις ανοιξιάτικες περιπλανήσεις στο δάσος. Τον έχω κρατήσει ως μια μοναδική σιλουέτα να κάθεται σε φράχτες και σε κλαριά, σηματοδοτώντας με τη φωνή του την αναγέννηση της φύσης και τον ερχομό των αποδημητικών στα μέρη μας…

ΠΗΓΗ ΚΥΝΗΓΕΣΙΑ