Η ιστορία του Μουσείου Μπενάκη
Η ιστορία του Μουσείου Μπενάκη
Στις 22
Απριλίου 1931 πραγματοποιήθηκαν τα
εγκαίνια του Μουσείου Μπενάκη στο
κεντρικό κτίριο αυτού, στο εμβληματικό νεοκλασικό που βρίσκεται στη συμβολή των
οδών Κουμπάρη και Βασιλίσσης Σοφίας, παρουσία του τότε πρωθυπουργού και φίλου
της οικογένειας Μπενάκη, Ελευθερίου Βενιζέλου.
Το εν λόγω
κτίριο, που έχει γνωρίσει διάφορες φάσεις ανοικοδόμησης και προσθηκών, ξεκίνησε
να οικοδομείται στα τέλη της δεκαετίας του 1860 για λογαριασμό του εμπόρου
Ιωάννη Πέρογλου. Το 1895 αγοράστηκε από τον επιχειρηματία Παναγιώτη Χαροκόπο, ο
οποίος ανήγειρε το Μέγαρο Χαροκόπου, σε σχέδια του Αναστασίου Μεταξά.
Ο ίδιος
αρχιτέκτονας ανέλαβε την αναδιαμόρφωση του κτιρίου εξωτερικά και εσωτερικά μετά
την αγορά του, το 1910, από τον Εμμανουήλ Μπενάκη, ο οποίος σχεδίαζε τη
μετεγκατάσταση της οικογένειάς του από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Αυτόν τον
χώρο επέλεξε ο γιος του, Αντώνης Μπενάκης, για να στεγάσει τις συλλογές του, τις
οποίες συγκροτούσε ήδη από τα χρόνια όπου διέμενε στην Αίγυπτο. Μετά τα
εγκαίνια του μουσείου, ο αρχικός πυρήνας των συλλογών θα εμπλουτιστεί με πλήθος
νέων εκθεμάτων.
«Από χθες το απόγευμα το επί της λεωφόρου Κηφισσιάς ιδιόκτητον μέγαρον
των κληρονόμων του Εμμανουήλ Μπενάκη εδωρήθη επισήμως, παρισταμένων των αρχών
του κράτους, εις το Ελληνικόν Δημόσιον, υπογραφείσης της σχετικής
συμβολαιογραφικής πράξεως.
Ο κ. Α. Μπενάκης επί πλέον δωρεί όλας τας συλλογάς του εξ
αντικειμένων καλλιτεχνικής, αρχαιολογικής και ιστορικής σημασίας, τας οποίας
κατήρτισεν από 30ετίας, καταθέτων συγχρόνως και τα απαιτούμενα κεφάλαια προς
συντήρησιν και λειτουργίαν του Μουσείου. Μετά το τέλος του αγιασμού, παραδίδων
το Μουσείον εις την Κυβέρνησιν, εξεφώνησε τον εξής λόγον. Το Μουσείο Μπενάκη,
έργον προσπαθείας ιδιωτικής, δεν δύναται βεβαίως να συγκριθή από απόψεως
εκθεμάτων προς τα μουσεία του Κράτους.
Δεν νομίζω, εν τούτοις, ότι θα υπερέβαλον τα πράγματα,
εάν έλεγον, ότι δεν υστερούμεν κατά πολύ άλλων Μουσείων του κόσμου, από απόψεως
τουλάχιστον κεραμουργίας, υφαντικής τέχνης και κεντημάτων».
Από τα μέσα της
δεκαετίας του 1970 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το κεντρικό κτίριο του
Μουσείου γνώρισε κι άλλες επεκτάσεις, όπως στην όψη της οδού Κουμπάρη. Το
αρχικό κτίριο είναι μια διώροφη κατασκευή με ημιυπόγειο. Το κτίσμα έχει
αρμονικούς όγκους, που διασπώνται από τα συμμετρικά τοποθετημένα ανοίγματα στο
ισόγειο και στον όροφο. Χαρακτηριστική είναι η κεντρική είσοδος του κτιρίου,
που φέρει πρόστυλο με τέσσερις δωρικούς κίονες.
Οι κίονες
στηρίζουν θριγκό με επιστύλιο, τρίγλυφα και μετόπες, ο οποίος με τη σειρά του
αποτελεί τη βάση για τον εξώστη του ορόφου. Η δωρική ζωφόρος, με την εναλλαγή
τριγλύφων και μετοπών, διατρέχει το κτίριο και διαχωρίζει τους ορόφους. Οι
μετόπες κάτω από τον κεντρικό εξώστη φέρουν κυκλικό ανάγλυφο κόσμημα. Στον
κεντρικό εξώστη κεφαλές καρυάτιδων κρατούν το αέτωμα, που στα άκρα του
στολίζεται με ακρωτήρια, σε μορφή ανθεμίων και κουκουβάγιας.
Οι μαρμάρινες
παραστάδες έχουν σχηματοποιημένα φυτικά κοσμήματα σε χαμηλό ανάγλυφο. Τα
ανοίγματα του ορόφου φέρουν ευθύγραμμη ή αετωματική επίστεψη και ανοίγουν σε
μικρούς μαρμάρινους εξώστες που φράσσουν με κιγκλιδώματα. Το κεντρικό κτίριο
του Μουσείου Μπενάκη έχει κηρυχθεί ιστορικό και καλλιτεχνικό οικοδόμημα που
χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, επειδή αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της
αρχιτεκτονικής του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

