Μάνος Λοΐζος: Έζησε μόλις 44 χρόνια, τα τραγούδια του δεν γέρασαν ποτέ | Σαν σήμερα 17 Σεπτεμβρίου
Μάνος
Λοΐζος: Έζησε μόλις 44 χρόνια, τα τραγούδια του δεν γέρασαν ποτέ | Σαν σήμερα
17 Σεπτεμβρίου
Από το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» και το
«Ακορντεόν» μέχρι τα τραγούδια που απαγόρευσε η δικτατορία – τα δύο εγκεφαλικά
και το τέλος στη Μόσχα
Είχε
γεννηθεί στις 22 Οκτωβρίου 1937 και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, σε
οικογένεια κυπριακής καταγωγής. Το 1955 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει
Φαρμακευτική και αργότερα στην ΑΣΟΕΕ. Οι σπουδές, όμως, έχασαν τη μάχη από τη
μουσική: το 1960 τις εγκατέλειψε και δύο χρόνια αργότερα βρέθηκε κοντά στον
Μίκη Θεοδωράκη και στον Σύλλογο Φίλων της Ελληνικής Μουσικής.
Από εκεί
και πέρα, τα τραγούδια έρχονται το ένα μετά το άλλο. «Ο Σταθμός»,
«Θαλασσογραφίες», «Ευδοκία», «Να ’χαμε τι να ’χαμε», «Καλημέρα ήλιε», «Τα
τραγούδια του δρόμου», «Τα τραγούδια της Χαρούλας». Συνεργάζεται με τον Λευτέρη
Παπαδόπουλο, τον Γιάννη Νεγρεπόντη, τον Δημήτρη Χριστοδούλου και φωνές όπως ο
Γιώργος Νταλάρας, η Χάρις Αλεξίου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Δήμητρα
Γαλάνη.
Και κάπου
εκεί βρίσκεται ίσως το ιδιαίτερο αποτύπωμά του: μπορούσε να γράψει το
«Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» χωρίς ούτε μία λέξη και, την ίδια στιγμή, να δώσει
μουσική σε τραγούδια με έντονο κοινωνικό και πολιτικό φορτίο. Ορισμένα από αυτά
είχαν γραφτεί ήδη από τη δεκαετία του 1960 αλλά απαγορεύτηκαν από τη λογοκρισία
της δικτατορίας και κυκλοφόρησαν μετά τη Μεταπολίτευση στα «Τραγούδια του
δρόμου». Ανάμεσά τους και το «Ακορντεόν».
Το τέλος
ήρθε απότομα. Στις 8 Ιουνίου 1982 ο Λοΐζος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και
νοσηλεύτηκε για περίπου έναν μήνα. Τον Αύγουστο ταξίδεψε στη Μόσχα για
θεραπεία. Στις 7 Σεπτεμβρίου υπέστη δεύτερο εγκεφαλικό και δέκα ημέρες αργότερα
πέθανε.
Έναν χρόνο
μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν τα «Γράμματα στην αγαπημένη», σε ποίηση Ναζίμ
Χικμέτ και ελληνική απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Ήταν μια μεταθανάτια υπενθύμιση ενός
παράξενου δεδομένου: ο Μάνος Λοΐζος έζησε λιγότερο από 45 χρόνια, αλλά αρκετά
από τα τραγούδια του εξακολουθούν, πάνω από τέσσερις δεκαετίες αργότερα, να
ακούγονται σαν να μην γέρασαν μαζί μας.
