Breaking News

Δεκαπενταύγουστος : η μεγάλη επιστροφή στις ρίζες

 



Δεκαπενταύγουστος : η μεγάλη επιστροφή στις ρίζες



Υπάρχουν ημερομηνίες στο ημερολόγιο που δεν μετρούν απλώς χρόνο αλλά τον χωρίζουν σε ‘’πριν’’ και ‘’μετά’’, τον γεμίζουν μνήμες, πρόσωπα και γνώριμες διαδρομές. Η γιορτή της Παναγίας αποτελεί ασφαλώς μία από τις σημαντικότερες στιγμές της ορθόδοξης παράδοσης. Είναι η εποχή της επιστροφής στον τόπο καταγωγής, στο πατρικό σπίτι, στην οικογένεια, στους συγγενείς και στους φίλους που μπορεί να συναντά κανείς πλέον σπάνια. Κάθε Αύγουστο, δρόμοι που τον χειμώνα παραμένουν ήσυχοι γεμίζουν ξανά. Σπίτια που για μήνες έχουν κλειστά παντζούρια ανοίγουν. Αυλές καθαρίζονται, τραπέζια στρώνονται κάτω από τις κληματαριές και άνθρωποι που η ζωή τους σκόρπισε σε άλλες πόλεις και στο εξωτερικό ξαναβρίσκονται στο ίδιο σημείο από όπου κάποτε ξεκίνησαν. Στην Αρκαδία η εικόνα αυτή μας είναι ιδιαίτερα οικεία. Οι πλατείες γεμίζουν φωνές, οι δρόμοι αποκτούν κίνηση που θυμίζουν άλλες εποχές. Και μαζί με τους ανθρώπους επιστρέφουν και οι ιστορίες. «Εδώ ήτα ντο σπίτι του παππού». «Σε αυτή τη πλατεία παίζαμε παιδιά, από αυτή τη βρύση παίρναμε νερό». Μικρές φράσεις, φαινομενικά ασήμαντες κι όμως μεταφέρουν τόσες αναμνήσεις. Ο τόπος καταγωγής δεν είναι μόνο ένα γεωγραφικό σημείο, δεν είναι ο τόπος γέννησης που γράφεται στην ταυτότητά μας, είναι ένα σύνολο βιωμάτων, ανθρωπίνων σχέσεων και αφηγήσεων. Ίσως γι’ αυτό το πατρικό σπίτι αποκτά αυτές τις ημέρες έναν ιδιαίτερο συμβολισμό ανοίγεις ένα ντουλάπι και βρίσκεις ένα αντικείμενο που θυμάσαι από παιδί, κοιτάζεις μια φωτογραφία στον τοίχο και αναγνωρίζεις πρόσωπα που πιθανόν και να μην υπάρχουν πια και τότε συνειδητοποιείς ότι γίνεται επιστροφή στη μνήμη, Στη σύγχρονη ζωή κινούμαστε γρήγορα. Οι οικογένειες διασκορπίζονται, οι συναντήσεις συχνά αντικαθίστανται από τηλεφωνήματα και μηνύματα σε μια οθόνη. Μπορούμε να επικοινωνούμε ανά πάσα στιγμή αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε πραγματικά κοντά. Όταν στις 15 Αυγούστου στη γιορτή της Παναγίας μας χτυπήσουν οι καμπάνες στα χωριά της Αρκαδίας αλλά και όπου αλλού θα συμβαίνει κάτι βαθύτερο. Οι άνθρωποι θα επιστρέφουν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν. Ο Δεκαπενταύγουστος λοιπόν δεν είναι μόνο μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή είναι ταυτόχρονα κα ένα πολιτισμικό γεγονός ορόσημο της ελληνικής κοινωνίας.  


 Θύμησες της υπαίθρου του μήνες Θεριστή και Αλωνάρη - σήμερα τι; Κάποτε οι μήνες δεν είχαν ονόματα είχαν δουλειές, ήχους, αγωνίες και προδοσίες. Ο Ιούνιος ήταν ο θεριστής. ο μήνας που τα στάχυα είχαν κιτρινίσει και περίμεναν τα ανθρώπινα χέρια. Ο Ιούλιος ήταν ο Αλωνάρης ο μήνας του αλωνίσματος, της σκόνης, του ιδρώτα. Στα χωριά το καλοκαίρι δεν σήμαινε διακοπές αλλά δουλειά από τα χαράματα. Πριν ακόμη ο ήλιος ανέβει ψηλά άνδρες, γυναίκες, παιδιά βρίσκονταν στα χωράφια με το δικό του ρόλο ο καθένας. Έτσι μεταδιδόταν η ζωή από γενιά σε γενιά. Ο θερισμός έπρεπε να γίνει στην ώρα του. Τα δρεπάνια έπαιρναν φωτιά, ύστερα φτιάχνονταν τα δεμάτια και με τα ζώα ή τα κάρα μεταφέρονταν στο αλώνι. Κατόπιν ερχόταν ο Αλωνάρης, τότε τα πέτρινα αλώνια ήταν σημεία ζωής. Εκεί συγκεντρώνονταν η οικογένεια, συγγενείς, γείτονες και για τα παιδιά χαρά Θεού. Το ντουένι έμπαινε σε υπηρεσία, τα παιδιά να προσπαθούν να σταθούν επάνω του και τα άλογα που το έσερναν γύριζαν γύρω - γύρω στο αλώνι κάτω από τις ιαχές του αφεντικού τους. Στη συνέχεια γινόταν το λίχνισμα, το ξεχώρισμα του καρπού από το άχυρο. Στο τέλος μαζευόταν ο ευλογημένος καρπός που γέμιζε το κασόνι. Η δουλειά ήταν σκληρή, οι συνθήκες δύσκολες, η φτώχεια πραγματικότητα. Αυτές οι εικόνες σήμερα έχουν ξεθωριάσει, κάποιοι μπορεί να τις θυμούνται με κούραση, άλλοι με συγκίνηση, άλλοι και με τα δύο. Ο θερισμός και το αλώνισμα δεν εξαφανίστηκαν απλώς άλλαξαν μορφή. Οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές κάνουν μέσα σε λίγες ώρες εργασία που κάποτε απαιτούσε πολλά χέρια, πολλές ημέρες. Η γεωργική παραγωγή έγινε πιο γρήγορη, πιο μηχανοποιημένη και αυτό είναι πρόοδος. Το ερώτημα είναι αν τότε ήταν καλύτερα σήμερα τι; Όλα θέλουμε να γίνονται γρήγορα, η γη όμως δεν λειτουργεί έτσι, απαιτεί χρόνο. Ο σπόρος δεν μεγαλώνει γρηγορότερα επειδή εμείς βιαζόμαστε, το δένδρο δεν καρποφορεί επειδή το απαιτεί το ημερολόγιό μας. Και ίσως βρίσκεται το μεγάλο μάθημα που μπορεί να μας δώσουν ο θεριστής και ο Αλωνάρης : να θυμηθούμε ότι δεν ελέγχουμε τα πάντα. Σε πολλές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας η αλλαγή είναι έντονη, χωράφια έχουν εγκαταλειφθεί, χωριά που έσφυζαν από ζωή, σήμερα έχουν ερημώσει. Σήμερα δεν χρειαζόμαστε τα αλώνια παρά μόνον για καταγράψουμε τις ιστορίες τους, ποιοι έκαναν το θερισμό, τί τραγουδούσαν, τί έτρωγαν, τι φοβούνταν, τι περίμεναν. Αυτά δεν είναι ασήμαντες προσωπικές αναμνήσεις, είναι προφορική ιστορία, είναι λαϊκός πολιτισμός, είναι ιστορία της ελληνικής υπαίθρου, γραμμένη όχι σε επίσημα αρχεία, αλλά στη μνήμη ανθρώπων που τη βίωσαν και  ίσως αυτή να

είναι η απάντηση στο σήμερα τι;




Παναγιώτα Κουμαρέλα