Breaking News

Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης (Κωνσταντινούπολη, 15 Δεκεμβρίου 1926 – Νέο Ψυχικό, 5 Ιουνίου 2012)



 Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης (Κωνσταντινούπολη, 15 Δεκεμβρίου 1926 – Νέο Ψυχικό, 5 Ιουνίου 2012) ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Θεωρείται μία από τις πλέον χαρακτηριστικές και σημαντικές μορφές της ελληνικής υποκριτικής τέχνης, με καριέρα που εκτείνεται σε περισσότερες από εκατό κινηματογραφικές παραγωγές, τόσο του παλαιού όσο και του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Παράλληλα, η παρουσία του στην ελληνική τηλεόραση υπήρξε ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη, καθώς συμμετείχε σε δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές των δεκαετιών του 1990 και του 2000, αφήνοντας διακριτό αποτύπωμα στην πορεία του ελληνικού θεάματος.

Γεννήθηκε το 1926 στην Κωνσταντινούπολη και το 1932 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε στην Κοκκινιά, σε προσφυγικό περιβάλλον, ανάμεσα σε οικογένειες Μικρασιατών. Ο πατέρας του ήταν μηχανουργός και ο παππούς του ιερέας· χάρη στη σχετικά καλή οικονομική κατάσταση της οικογένειας, ο Προύσαλης δεν αναγκάστηκε να εργαστεί από μικρή ηλικία, γεγονός που του επέτρεψε να ακολουθήσει σπουδές.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες, ενώ, όπως ο ίδιος είχε αναφέρει, εκείνη την περίοδο βίωσε για πρώτη φορά την απώλεια στενών του φίλων.[3] Στα τέλη του Εμφυλίου Πολέμου εγγράφηκε, χωρίς τη γνώση της οικογένειάς του, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, επιλέγοντας να ακολουθήσει επαγγελματικά την υποκριτική.

Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1952, στην ταινία Το στραβόξυλο, ενώ ο πρώτος αναγνωρισμένος κινηματογραφικός ρόλος του ήταν στην ταινία Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο το 1957: Στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας υποδύθηκε έναν μεροκαματιάρη που αφηγείται τη ζωή των δύο κεντρικών ηρώων. Κατά τη διάρκεια των προβών, ο Σακελλάριος τού ζήτησε να αποδώσει τους διαλόγους «μάγκικα». Ο Προύσαλης, ωστόσο, θεώρησε ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα ενός τίμιου, λαϊκού εργάτη και επέλεξε να ερμηνεύσει τον ρόλο με περισσότερο ρεαλισμό και ανθρωπιά, ακολουθώντας τη δική του εσωτερική κρίση. Ο σκηνοθέτης εκτίμησε την αυθόρμητη αυτή επιλογή και το υποκριτικό του ένστικτο, ζητώντας του μάλιστα τα στοιχεία του για μελλοντικές συνεργασίες. Το περιστατικό αυτό υπήρξε ενδεικτικό της καλλιτεχνικής του στάσης: σε όλη τη διάρκεια της πορείας του, ο Προύσαλης δεν δίσταζε να εκφράζει την άποψή του και να διαφοροποιείται από τις σκηνοθετικές οδηγίες, όταν πίστευε πως διέθετε ορθότερη καλλιτεχνική προσέγγιση. Παρά την ανεξαρτησία του αυτή, η επαγγελματική του συνέπεια και η εύστοχη καλλιτεχνική του κρίση τού εξασφάλισαν μακροχρόνια και σταθερή παρουσία στον χώρο του ελληνικού θεάματος. Στο θέατρο έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο έργο Ο τρομερός καλόγερος, με τον θίασο της Γιώτας Λάσκαρη.[1] Έκτοτε, συνεργάστηκε και με την Κυβέλη, η οποία του έδειχνε ιδιαίτερη αδυναμία και ανέδειξε το ταλέντο του.

Έκτοτε, ο Αθηνόδωρος Προύσαλης καθιερώθηκε ως ένας από τους πλέον αγαπητούς και αναγνωρίσιμους Έλληνες ηθοποιούς, παρά το γεγονός ότι σπάνια κατείχε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η ιδιαίτερη ερμηνευτική του παρουσία και το χαρακτηριστικό του ύφος συνέβαλαν στη διαμόρφωση μνημειωδών στιγμών του ελληνικού κινηματογράφου, αφήνοντας πίσω του πλήθος διαχρονικών φράσεων που ενσωματώθηκαν στη λαϊκή κουλτούρα, όπως: «Εσύ πάψε, θα σου ρίξω φλιτ», «Μια αψηλή τσιριμπίμ τσιριμπόμ», «Θα κανελώνανε το ρυζόγαλο;», «Μυρίζεις απήγανο» και «Άρχισες πάλι το λιβανιστήρι;». Κατά τη διάρκεια της πενηντάχρονης καριέρας του, συμμετείχε τόσο σε ταινίες του κλασικού «ασπρόμαυρου» ελληνικού κινηματογράφου όσο και σε περίπου είκοσι παραγωγές του μεταγενέστερου, πιο καλλιτεχνικού ρεύματος, το οποίο ο ίδιος συνήθιζε να αποκαλεί «κουλτουριάρικο». Οι ρόλοι του επικεντρώνονταν κυρίως σε λαϊκούς χαρακτήρες και τύπους της καθημερινότητας, με ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπογραφία του «βαρύμαγκα», μέσα από την οποία ανέδειξε αυθεντικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας του 20ού αιώνα.

Στη διάρκεια της θεατρικής του πορείας, ο Αθηνόδωρος Προύσαλης συνεργάστηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους θεατρικούς οργανισμούς και δημιουργούς της χώρας, μεταξύ των οποίων το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Πειραϊκό Θέατρο του Δημήτρη Ροντήρη, ο θίασος του Νίκου Χατζίσκου, το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη και το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν». Ιδιαίτερη αναγνώριση απέσπασε η ερμηνεία του στο έργο Το φιντανάκι του Παντελή Χορν, που παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης το 1988. Στον κινηματογράφο συνεργάστηκε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, συμμετέχοντας σε τρεις από τις σημαντικότερες ταινίες του δημιουργού, Ταξίδι στα ΚύθηραΟ μελισσοκόμος και Το μετέωρο βήμα του πελαργού.[4]

Η παρουσία του στην τηλεόραση υπήρξε επίσης αξιόλογη, με κορυφαία στιγμή την συμμετοχή του στη μαύρη κωμωδία Εγκλήματα, η οποία θεωρείται σήμερα μία από τις πιο επιτυχημένες και χαρακτηριστικές ελληνικές τηλεοπτικές παραγωγές.

Το 1990 τιμήθηκε με ειδική διάκριση στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία Οι Αθηναίοι, αναγνωριζόμενος ως ένας από τους πλέον συνεπείς και σεβαστούς ηθοποιούς της γενιάς του.[1]

Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης υπήρξε παντρεμένος με την Τούλα, μια γυναίκα καταγόμενη από τη Θεσσαλονίκη. Αν και το ζευγάρι χώρισε σε μεταγενέστερο στάδιο, διατήρησε στενή και υποστηρικτική σχέση, με την Τούλα (Παναγιώτα) να τον φροντίζει έως το τέλος της ζωής του. Από τον γάμο τους απέκτησαν μία κόρη, τη θεατρολόγο Εύη Προύσαλη (γενν. 1967).[5]

Παρότι αποσύρθηκε τυπικά από το θέατρο σε ηλικία 69 ετών, ο Προύσαλης εξέφραζε ικανοποίηση για το γεγονός ότι σε ολόκληρη την καλλιτεχνική του πορεία δεν υπήρξε χρονιά χωρίς επαγγελματικές προτάσεις ή νέες συνεργασίες.

Απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς, νοσηλευόμενος σε ιδιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας στις 5 Ιουνίου 2012, σε ηλικία 85 ετών. Κηδεύτηκε με πολιτική κηδεία δυο ημέρες αργότερα στο νεκροταφείο Χολαργού.[ Τα οστά του αργότερα εξετάφησαν και μεταφέρθηκαν στο μαυσωλείο καλλιτεχνών στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

 ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ